Η ισοπαλία του ΠΑΟΚ Κρηστώνης με τον ΑΟ Ξάνθης στο φινάλε της 15ης αγωνιστικής περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά σε όσα συνέβησαν. Γιατί το αποτέλεσμα δεν συζητιέται όσο ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε.
Μιλάμε για μια φάση πέντε δευτερολέπτων που κατάφερε να τινάξει στον αέρα κανονισμούς, λογική και κοινή ποδοσφαιρική αντίληψη. Μια φάση μέσα από την οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, «ανακαλύφθηκαν» νέοι κανονισμοί στο ποδόσφαιρο.
Από πότε δεν έχει σημασία αν ο διαιτητής σφυρίζει; Από πότε το παιχνίδι συνεχίζεται χωρίς ξεκάθαρο ΟΚ; Και από πότε η υπόδειξη της βοηθού, που έχει καθαρό οπτικό πεδίο, μπορεί απλώς να αγνοείται; Τίποτα από αυτά δεν στέκει.
Εκτός κι αν πράγματι δόθηκε άδεια να συνεχιστεί το ματς από τη βοηθό. Αν συνέβη κάτι τέτοιο, τότε μιλάμε για άλλο, ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Αν όχι, τότε το παιχνίδι δεν έπρεπε καν να συνεχιστεί. Τόσο απλά.
Και ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: κανείς δεν δικαιολογεί τις έντονες αντιδράσεις με τη λήξη του αγώνα. Όμως, όταν προκαλείς τέτοια σύγχυση μέσα στο γήπεδο, μην απορείς για την ένταση που ακολουθεί.
Με βάση τους κανονισμούς — όχι τους «καινούργιους», αλλά τους αυτονόητους — από τη στιγμή που ο διαιτητής σφυρίζει, το παιχνίδι σταματά. Για να ξεκινήσει ξανά, πρέπει να σφυρίξει εκ νέου. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε ό,τι ακολουθεί γίνεται σε νεκρό χρόνο. Δεν χωρά καμία ερμηνεία.
Οι εικόνες από τις κάμερες είναι αμείλικτες. Ο διαιτητής έχασε τη φάση από την αρχή μέχρι το τέλος. Και αυτό είναι κρίμα, γιατί μιλάμε για έναν ρέφερι με θετική εικόνα και ανοδική πορεία. Όμως το λάθος είναι λάθος, όσο «ανερχόμενος» κι αν είναι κάποιος.
Το χειρότερο δεν ήταν το σφάλμα. Ήταν η αδυναμία διόρθωσής του. Εκείνη τη στιγμή απαιτούνταν μια καθαρή απόφαση. Μια απόφαση που ακόμα κι ένα δεκάχρονο παιδί θα έπαιρνε: επανάληψη της φάσης, αφού δεν είχε δοθεί το ΟΚ.
Συνήθως αποφεύγουμε να κρίνουμε διαιτητές. Υπάρχουν αρμόδιοι γι’ αυτό. Όμως εδώ δεν μιλάμε για οριακή φάση ή ανθρώπινο λάθος της στιγμής. Μιλάμε για πλήρη απώλεια ελέγχου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Σε ένα παιχνίδι που κρίθηκε όχι από τους ποδοσφαιριστές, αλλά από τη σύγχυση. Και αυτό είναι το μόνο που δεν αντέχει το ποδόσφαιρο.
Ας ελπίσουμε — πραγματικά — ότι δεν θα χρειαστεί να επιστρέψουμε ξανά σε τέτοιες εικόνες.
